Με το ταξί καλπάζοντας πατήστε να ακούσετε το Γιάννη Βαρβέρη
Ρομαντικό ταξί μέσα στη νύχτα
σαν άμαξα δαιμονισμένη.
Μαστίγωσε τους μαύρους σου άμαξα
ρίξε στην Πανεπιστημίου τʼ άλογα σου
με μια ελαφρά μου κλίση χαιρετώντας
τις φευγαλέες δενδροστοιχίες των περιπτέρων
καθώς μεθάω μέσα στη νύχτα τόσων φώτων
που με καλούν από τον πύργο των πιδάκων.
Βίτσισε λέω και στρίψε την Ομόνοια
ο Κόμης μες στα τόσα μύχια δώματα
εδώ τα εξαίσια σώματά του βασανίζει
μια βουή που κάθεται στα κόκαλά μου ομίχλη .
χύσου λοιπόν στην ασφαλή μας άσφαλτο
κει που κοπάζουν τα ουρλιαχτά, στην κατηφόρα.
Μάρνη κι εγώ βουλιάζω πιο βαθιά στο κάθισμά μου
με τον καπνό μου σαν Ζορό να με τυλίγει
να με προδίνει μόλις φτάνει μπρος στο τζάμι
κι ο αγέρας τον αρπάζει από την μπέρτα.
Θα μείνεις τέλος μόνο εσύ κιʼ εγώ αμαξά
εγώ που έχω από πριν σοφά μετρήσει
τις πιθανές γωνίες των καθρεπτών σου
για να μη δεις ποτέ το πρόσωπό μου
και μες στην άπνοια της πλατείας που χλιμιντρίζει
να μη με δεις τώρα σαν κατεβαίνω
που θα φυσήξω λίγο την κορφάδα των μαλλιών σου
για να μου πουν
χωρίς να νιώσεις
Καληνύχτα.
http://giorgosmixos.blogspot.com/2011/05/blog-post_6913.html
Μύριζαν χέρια απόψε τα χιλιάρικα καθώς τα είχαν νοτίσει οι πρώτες στάλες στην πλατεία τσέπη αλλάζοντας. Φορτίο χοντρό τα μάρμαρα κι ο θηριώδης Ηρακλής πάτησε μίζα και τον ξύπνησε τον ιπποπόταμό του-Scania Vabis. Ντεπόζιτο φουλαρισμένο, προορισμός Αθήνα.
Ας πάρω αυτά τα δύο φαντάρια μέχρι Άρτα. Νά ’σαι καλά πατριώτη, καλό δρόμο, παίρνει δρόμο αφήνει, πώς γλυκαίνει το αίμα του πριν φτάσει Αγρίνιο. Διανυκτερεύει το ουζερί κι εκείνο το ξανθό, το «νταλικιέρικο» που λέμε στο σινάφι μας, διανυκτερεύει. Πατώντας το κουμπί, «Μπαμπά μην τρέχεις», τελευταία εικόνα η Βάσω του πριν πέσει πίσω όλο το κάθισμα και κήποι, λευκοί κήποι κήποι όλο το μάρμαρο κορμάκι το Μαράκι στις χερούκλες του, το μαρμαράκι.
Τρυφερά τώρα γδύνει το σάντουιτς της Βασούλας και δαγκώνει και γκαζάρει και χορεύουνε τα μάρμαρα κι Αντίρριο-Ρίο και Πόλυ Πάνου Αίγιο και Γαβαλάς Ισθμός, παλιά Εθνική κασέτες και κορδέλες κι ας ανοίξω το ραδιόφωνο…
…που εγώ προσκαλεσμένος σου διαβάζω ποιήματα για τους ξενυχτισμένους και λέμε καλαμπούρια απ’ το Σταθμό, μας παίρνουνε τηλέφωνα ρωτάνε, λίγη μουσική και πάλι ποιήματα, κι εκείνο το «κρανίο φορτίο με μάρμαρα» μέσα στην υγρασία στη σκάλα των FM και στη δική σου νύστα την Κακιά τη Σκάλα με πρωτάκουσες, βρε τι μαλάκες είπες, πήγες να γυρίσεις το κουμπί, μη φεύγεις Ηρακλή για σένα γράφτηκε μη φεύγεις και καρφώνεσαι στ’ αλατισμένα βράχια μ΄ένα κομμάτι μάρμαρο ερτζιανό στο σβέρκο και το κεφάλι σου μπηγμένο μες στο ράδιο ένα κρανίο αίματα και ποιήματα….
(Το ποίημα το έμαθα την άλλη μέρα απ’ τις εφημερίδες)
Γιάννης Βαρβέρης.
Η νεκρώσιμος ακολουθία θα τελεστεί τη Δευτέρα στις 12 το μεσημέρι στον ιερό ναό του Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτη στο Κολωνάκι, ενώ η ταφή θα πραγματοποιηθεί στο Β’ Νεκροταφείο Αθηνών.
ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε που και που
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί - ξεχασμένοι έστω -
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.
Οι καλοί ποιητές μας φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.
Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.
Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.
Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή
κι αποτεφρώνονται.